Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα (special drawing rights)

Ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) είναι ένα διεθνές αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δημιουργήθηκε από το ΔΝΤ το 1969, ως εναλλακτική μορφή των υφιστάμενων επίσημων συναλλαγματικών διαθεσίμων των χωρών-μελών του.

Τα ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα δεν είναι νόμισμα και δεν έχουν φυσική παρουσία όπως το χρήμα, αλλά αποτελούν λογιστική καταχώριση και αντιπροσωπεύουν Απαίτηση για συναλλαγματικά αποθέματα νομισμάτων των χωρών-μελών του ΔΝΤ (ευρώ, ιαπωνικά γιεν, λίρες, δολάρια κτλ) με τα οποία μπορούν να ανταλλαγούν.

Τα ΕΤΔ είναι ένας δείκτης των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας με το ΔΝΤ και ενώ δεν αποτελούν χρήμα με την αυστηρή έννοια του όρου, μοιράζεται πολλά χαρακτηριστικά του καθώς φέρει αγοραία αξία, αποτελεί τοκοφόρο περιουσιακό στοιχείο και χρησιμοποιείται ως μέσο διευθέτησης χρέους.
 
Μέλη του ΔΝΤ συχνά χρειάζεται να αγοράσουν ΕΤΔ προκειμένου να ξεχρεώσουν Υποχρεώσεις προς το ΔΝΤ, ή μπορεί να επιθυμούν να πωλήσουν ΕΤΔ προκειμένου να προσαρμόσουν τη σύνθεση των αποθεματικών τους.

Εκτός από το ρόλο του ως συμπληρωματικό αποθεματικό στοιχείο, το ΕΤΔ χρησιμεύει ως λογιστική μονάδα του ΔΝΤ και ορισμένων άλλων διεθνών οργανισμών, ενώ συμβάλλει και στη διατήρηση της σταθερότητας και της ρευστότητας των αγορών συναλλάγματος.
 
Έκδοση ΕΔΤ

Το ΔΝΤ είναι υπεύθυνο για την κατανομή των ΕΤΔ στις χώρες-μέλη ενώ δεν μπορούν να αποκτηθούν ή να χρησιμοποιηθούν από ιδιώτες. Τα ΕΤΔ μπορούν να εκδοθούν από το ΔΝΤ μόνο όταν το 85% των μελών του συμφωνήσει, ποσοστό που δίνει στις ΗΠΑ δικαίωμα βέτο.
 
Πριν το 1981 οι χώρες-μέλη που λάμβαναν επιδοτήσεις ΕΤΔ, απαιτούνταν να κρατήσουν ένα προκαθορισμένο αριθμό ΕΤΔ, ενώ εάν ένα κράτος χρησιμοποιούσε μέρος των αποθεμάτων του, θα έπρεπε να τα αναπληρώσει το συντομότερο δυνατό. Πλέον αυτή η διάταξη έχει καταργηθεί αν και ακόμα αναμένεται από τις χώρες να διατηρούν ένα ελάχιστο απόθεμα.

Γενικά, τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα εκδίδονται βάση του μεριδίου που έχει μια χώρα στο ΔΝΤ και των εισφορών της σε αυτό. Καθώς η ποσόστωση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ΑΕΠ, οι πλούσιες χώρες κατέχουν την πλειοψηφία των ΕΤΔ.
 
Τα μέλη του ΔΝΤ μπορούν να ανταλλάξουν μεταξύ τους ΕΤΔ με συναλλαγματικά διαθέσιμα σε άλλα νομίσματα:
  • μέσω εθελοντικών ανταλλαγών
  • μετά από εισήγηση του ΔΝΤ, όπου ζητάει από κράτη-μέλη με υψηλά διαθέσιμα να αγοράσουν ΕΤΔ από μέλη που χρειάζονται συναλλαγματικά διαθέσιμα σε άλλα νομίσματα.
Ο ΟΗΕ έχει προτείνει την παροχή ΕΤΔ σε αναπτυσσόμενες χώρες, ως μια εναλλακτική -άνευ κόστους- λύση για την οικοδόμηση συναλλαγματικών αποθεμάτων.
 
Η αξία των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων

Η αξία των ΕΤΔ καθορίζεται από ένα σταθμισμένο καλάθι (currency basket) κύριων νομισμάτων που διαπραγματεύονται στα διάφορα χρηματιστήρια παγκοσμίως.

Αρχικά η συναλλαγματική ισοτιμία ήταν σταθερή στο 1 ΕΤΔ = 1 δολάριο αλλά αυτό αντικαταστάθηκε από το σταθμισμένο καλάθι νομισμάτων μετά το 1973 και την κατάρρευση του συστήματος Bretton-Woods των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η αξία του καλαθιού, δηλαδή τα νομίσματα που θα συμπεριλαμβάνεται καθώς και το βάρος αυτών, επαναξιολογείται κάθε πέντε χρόνια. Το βάρος που θα έχει ένα νόμισμα εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο χρησιμοποιείται στην παγκόσμια αγορά ως συναλλαγματικό διαθέσιμο και την αξία των εξαγωγών που πωλούνται σε αυτό το νόμισμα.

Αγορά και Πώληση ΕΤΔ

Μια χώρα χρειαζόταν παλαιότερα αποθεματικά είτε σε χρυσό, είτε σε κάποιο ισχυρό νόμισμα ώστε να μπορεί να αγοράσει εγχώριο νόμισμα στις παγκόσμιες αγορές συναλλάγματος (foreign exchange markets) για τη στήριξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας της.
 
Ωστόσο η διεθνής προσφορά των δύο βασικών συναλλαγματικών διαθεσίμων (χρυσός και δολάριο), αποδείχθηκε ανεπαρκής για την υποστήριξη της ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου. Έτσι η διεθνής κοινότητα αποφάσισε να δημιουργήσει ένα νέο διεθνές αποθεματικό στοιχείο Ενεργητικού, υπό την αιγίδα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
 
Έτσι τα ΕΔΤ δημιουργήθηκαν για να συμπληρώσουν τα υπάρχοντα επίσημα αποθεματικά των συναλλαγματικών διαθεσίμων των χωρών-μελών και να υποστηρίξουν το σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών Bretton-Woods καθώς μπορούν να ανταλλαγούν με νομίσματα.
  
Ωστόσο, μόλις λίγα χρόνια αργότερα, το σύστημα Bretton-Woods κατέρρευσε και η αξία των νομισμάτων καθορίζεται πλέον από το σύστημα ελεύθερα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών.
 
Επιπλέον, η ανάπτυξη των διεθνών αγορών κεφαλαίου (capital markets) διευκόλυνε τον δανεισμό φερέγγυων κυβερνήσεων.
Οι δύο αυτές εξελίξεις ελάττωσαν την ανάγκη των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων.
 
Επιτόκιο των ΕΤΔ

Το επιτόκιο των ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των τόκων που βαρύνει τα μέλη σε περίπτωση δανειοδότησης από το ΔΝΤ και το επιτόκιο που καταβάλλεται στα μέλη που έχουν στην κατοχή τους ΕΤΔ. Χρησιμοποιείται δηλαδή ως επιτόκιο αναφοράς.
 
Το ύψος του επιτοκίου καθορίζεται κάθε εβδομάδα και βασίζεται σε ένα σταθμισμένο μέσο όρο των επιτοκίων για βραχυπρόθεσμους χρεωστικούς τίτλους που διαπραγματεύονται στις αγορές παραγώγων.

Κάρτα Ανάληψης Μετρητών (cash card)

Κάρτα ανάληψης μετρητών είναι μια πλαστική κάρτα η οποία προμηθεύεται από τράπεζες ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς και χρησιμοποιείται στα ΑΤΜ για την ανάληψη ή κατάθεση μετρητών σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό, την πληρωμή λογαριασμών ή την διεξαγωγή άλλου είδους τραπεζικών συναλλαγών.
 
 
 
Η κάρτα φέρει το όνομα του κατόχου της και τον αριθμό λογαριασμού στο μπροστινό μέρος ενώ για την χρησιμοποίηση της απαιτείται η εισαγωγή PIN
 
Η κάρτα ανάληψης μετρητών αρχικά ήταν διαφορετικό προϊόν από την χρεωστική κάρτα (debit card) και δεν ήταν δυνατή η διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών με την πρώτη αν και πλέον τείνουν να θεωρούνται ταυτόσημες έννοιες.

Οι τράπεζες έχουν συνάψει συμφωνίες μέσω του διατραπεζικού συστήματος ΔΙΑΣ ώστε η κάρτα μιας τράπεζας να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε Αυτόματες Ταμειολογιστικές Μηχανές (ΑΤΜ) άλλης για την ανάληψη μετρητών με την επιβάρυνση συνήθως μιας μικρής προμήθειας.

Εφόσον οι cash cards δεν φέρουν υπογραφή του κατόχου τους στο πίσω μέρος τους όπως οι πιστωτικές κάρτες, αν ο κάτοχος δεν γνωρίζει ή ξεχάσει το PIN δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει, ακόμα κι αν φέρει ταυτότητα μαζί του.

Πιστωτικό Όριο (credit limit)

Πιστωτικό όριο είναι το μεγαλύτερο ποσό μέχρι το οποίο μπορεί να επεκταθούν οι συναλλαγές του κατόχου μιας πιστωτικής  κάρτας. Είναι το μέγιστο ποσό που ένα πιστωτικό ίδρυμα (συνήθως τράπεζα) μπορεί να παράσχει στον οφειλέτη της, και κάτοχο της πιστωτικής κάρτας, έτσι ώστε εκείνος να μπορεί να την χρησιμοποιεί.

      Παράδειγμα:
      Κάποιος έχει στην κατοχή του μία πιστωτική κάρτα η οποία έχει πιστωτικό όριο 1000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αγοράσει προϊόντα και υπηρεσίες, η συνολική αξία των οποίων, δεν πρέπει να υπερβαίνει αυτά τα 1000 ευρώ.

Το πιστωτικό όριο εξαρτάται από μία ποικιλία παραγόντων που κυμαίνονται από την ικανότητα ενός ατόμου να αποπληρώνει τακτικά τους τόκους που προκύπτουν και τις ταμειακές ροές του, μέχρι την ικανότητα του κατόχου-οφειλέτη να αποπληρώσει συνολικά το χρέος του (πιστοληπτική ικανότητα).

Το πιστωτικό όριο ενός κατόχου πιστωτικής κάρτας είναι δυνατό να αυξηθεί αν αποπληρώνει το χρέος πλήρως και στην ώρα του. Αν ο δανειστής κρίνει ότι η φερεγγυότητα του κατόχου είναι υψηλή, μπορεί να αυξήσει το όριο του ποσού που μπορεί να δανειστεί.

Βέβαια υπάρχει η περίπτωση το να έχει κάποιος υψηλό πιστωτικό όριο να βλάψει την πιστοληπτική του ικανότητα για το μέλλον.

Υπάρχει πιθανότητα άλλες τράπεζες  να κρίνουν ότι το υψηλό πιστωτικό όριο του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου, μπορεί να τον εκθέσει σε τόσο υψηλό χρέος, ώστε να μην μπορεί να το αποπληρώσει τελικά, οδηγώντας τον στην χρεοκοπία.

Αποτέλεσμα αυτού ενδεχομένως να είναι, οι μελλοντικοί δανειστές του να αρνηθούν να του παράσχουν καινούρια δάνεια.

Πιστωτική Κάρτα (credit card)

Πιστωτική κάρτα είναι ένα μέσο πληρωμής το οποίο παρέχει στον κάτοχο της τη δυνατότητα να δανειστεί κεφάλαια τα οποία καλείται να αποπληρώσει αργότερα με κάποιο τόκο.

Ο εκδότης της κάρτας είναι συνήθως κάποιο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και χρησιμοποιείται για βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, ενώ  δίνει την δυνατότητα στον κάτοχο να συνεχίζει να δανείζεται μέχρι ένα συγκεκριμένο πιστωτικό όριο κάθε μήνα.

Ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας πρέπει να αποπληρώσει το χρέος του στον πάροχο (πιστωτή) μέσα σε κάποιο ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο μπορεί να κυμαίνεται από 1 έως 30 μέρες. Αν δεν το αποπληρώσει, του επιβάλλονται τόκοι υπερημερίας.

Έτσι για παράδειγμα, αν ο κάτοχος έκανε μία αγορά ύψους 1.000 ευρώ και αποπλήρωσε το χρέος στην τράπεζα μέσα στο ορισμένο χρονικό διάστημα, τότε δεν θα χρεωθεί τους τόκους υπερημερίας. Αν όμως δεν το πράξει και μείνει έστω και 1 ευρώ ανεκπλήρωτο μέσα στο ορισμένο χρονικό διάστημα, τότε θα υποχρεωθεί ο πελάτης να πληρώσει τους τόκους από την μέρα που έκανε την αγορά.

Ο πελάτης μπορεί να εξοφλεί το πιστωτικό υπόλοιπο της πιστωτικής του κάρτας ολόκληρο ή σε μηνιαίες δόσεις. Όταν το εξοφλεί ολόκληρο δεν χρεώνεται τόκους. Μπορεί βέβαια να χρειάζεται να πληρώσει συνδρομή ή έξοδα ανάληψης μετρητών.

Το πιστωτικό αυτό όριο, το οποίο επηρεάζεται από την πιστοληπτική ικανότητα του πελάτη (credit score/credit rating), καθορίζει ουσιαστικά και την αγοραστική του δύναμη.

Οι παρεχόμενες από τις ελληνικές τράπεζες πιστωτικές κάρτες, είναι συνδεδεμένες με κάποιον από τους παγκόσμιους οργανισμούς πιστωτικών καρτών (American Express, Mastercard, Maestro, VISA). Αυτό κυρίως δίνει την δυνατότητα στον πελάτη και κάτοχο της τράπεζα να την χρησιμοποιεί και σε άλλες χώρες.

Οι πιστωτικές κάρτες συνήθως χρησιμοποιούνται για μικρά δάνεια και για λόγους ταχύτητας στις αγορές που πραγματοποιεί ο κάτοχος προκειμένου να μην καταβάλει ολόκληρο το ποσό του πράγματος που αγοράζει. Του δίνεται η δυνατότητα να το αποπληρώσει είτε σε μηνιαίες δόσεις είτε ολόκληρο, αργότερα, μέσα στο χρονικό όριο που του ορίζει το η σύμβαση που έχει συνάψει με τον πάροχο (τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα).

Οι πιστωτικές κάρτες έχουν υψηλότερα επιτόκια από τα περισσότερα καταναλωτικά δάνεια ή άλλου είδους πιστώσεις.

Πλέον, σχεδόν κάθε κατάστημα επιτρέπει την πληρωμή με πιστωτική κάρτα για την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών με την απλή επίδειξη βέβαια της ταυτότητας του κατόχου ή την εισαγωγή PIN για την αυθεντικοποίηση του πελάτη.

Λόγω της μεγάλης αποδοχής τους από την αγορά, οι πιστωτικές κάρτες είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς τρόπους πληρωμής σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα του κόσμου.

Μορφή πιστωτικής κάρτας

Η πιστωτική κάρτα είναι πλαστική και φέρει στην μια πλευρά με ανάγλυφο τρόπο γραμμένα τα στοιχειά του κατόχου, τον αριθμό της κάρτας, την ημερομηνία λήξης καθώς και τον πάροχο.

Από την πίσω όψη έχει μία μαγνητική ταινία , θέση για την υπογραφή του κατόχου και λογότυπο του οργανισμού που την εξέδωσε. Ακόμη συνήθως περιλαμβάνει ένα 3-ψηφιο κωδικό αριθμό ασφαλείας (CVV).

Λειτουργίες πιστωτικής κάρτας

H πιστωτική κάρτα επιτελεί τρείς οικονομικές λειτουργίες:

• Μέσο πληρωμής - Συγκεντρώνει τις έννοιες του χρήματος ως μέσο ανταλλαγής, μέτρο αξίας και φορέα αξίας. Βέβαια δεν είναι υποχρεωτικό μέσο πληρωμής, δηλαδή ο κάτοχος δεν υποχρεούται να πληρώσει με την κάρτα αν δεν θέλει. Από την άλλη όμως το κατάστημα είναι υποχρεωμένο να δεχθεί την πιστωτική κάρτα.

• Μέσο Πίστωσης / Πιστωτική λειτουργία -Η χρήση ως πιστωτικό μέσο ξεκινά από την στιγμή που γίνεται η αγορά μέσω της κάρτας μέχρι την καταβολή του ποσού (χρέους) στον εκδότη και πάροχο.

• Εγγυητική λειτουργία - Έχει να κάνει με την συμφωνία που έχει προηγηθεί ανάμεσα στον εκδότη και την συμβεβλημένη επιχείρηση. Ο εκδότης της πιστωτικής κάρτας έχει την υποχρέωση να καταβάλλει ξένο χρέος, αυτό του κατόχου της κάρτας στην επιχείρηση που έγινε η αγοραπωλησία. Ο εκδότης ευθύνεται απέναντι στην επιχείρηση ως πρώτος οφειλέτης.

Πλεονεκτήματα και Μειονεκτήματα

Γενικότερα οι πιστωτικές κάρτες έχουν πολλά πλεονεκτήματα, αν φυσικά ο κάτοχος αποπληρώνει τακτικά και στον προκαθορισμένο χρόνο το χρέος του στον εκδότη χωρίς να το χρέος του να καθίσταται έτσι ληξιπρόθεσμο.

Πλεονεκτήματα της πιστωτικής κάρτας είναι:
  • Μπορούν να χρησιμοποιηθούν παντού (ηλεκτρονικό εμπόριο, τηλέφωνο, στο εξωτερικό κλπ) ακόμα και σε περίπτωση εκτάκτων και απρόβλεπτων συνθηκών(πχ λόγοι υγείας, απόλυση κλπ)
  • Δυνατότητα πληρωμών σε δόσεις
  • Επιστροφή χρημάτων μέσω bonus πόντων επιβράβευσης.
  • Απαλλάσσει τον κάτοχο από την ανάγκη μεταφοράς μετρητών
  • Βελτίωση του credit score κατόχου (εξωτερικό)
  • Ασφάλεια σε μεγάλες συναλλαγές.
  • Ταχύτητα στις συναλλαγές.
Μειονεκτήματα πιστωτικής κάρτας:
  • Πιθανότητα απάτης μέσω της κάρτας από επιτήδειους.
  • Κίνδυνος συσσώρευσης υψηλού πιστωτικού χρέους από αλόγιστη χρήση που μπορεί να οδηγήσει σε χρεοκοπία του πελάτη.
Υπάρχουν βέβαια πολλά πλεονεκτήματα και για τον εκδότη της πιστωτικής κάρτας, που συνήθως είναι τράπεζα.

Καταθέσεις Τρεχούμενων Λογαριασμών (transactional account / current account)

Οι καταθέσεις τρεχούμενων λογαριασμών είναι καταθετικοί λογαριασμοί σε μια τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με σκοπό την γρήγορη και συχνή πρόσβαση των πελατών στα κεφάλαια τους, μέσω πολλών διαφορετικών καναλιών (υποκατάστημα, ΑΤΜ, web banking κτλ).

Οι τρεχούμενοι καταθετικοί λογαριασμοί έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τους λογαριασμούς όψεως αλλά απευθύνονται σε φυσικά πρόσωπα.

Παρέχουν τη δυνατότητα πάγιων εντολών και υπεραναλήψεων, σε ορισμένες περιπτώσεις προσφέρουν διαπραγματεύσιμο επιτόκιο κατάθεσης (ανάλογα με το ύψος καταθέσεων του λογαριασμού), ενώ χαρακτηρίζονται από τις τράπεζες ως χαμηλότοκες πηγές άντλησης ρευστότητας.

Στις καταθέσεις τρεχούμενων λογαριασμών ο πελάτης μπορεί να καταθέτει και να αποσύρει χρηματικά ποσά όσες φορές το επιθυμεί ανά πάσα στιγμή χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση και γι' αυτό το λόγο  συνήθως προσφέρουν πολύ χαμηλό ή και μηδενικό επιτόκιο, κι άρα δεν συνίσταται να χρησιμοποιούνται ως μακροπρόθεσμα επενδυτικά προϊόντα.

Ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών στην κατηγορία αυτών των λογαριασμών έχει οδηγήσει ορισμένες τράπεζες στο να προσφέρουν αυτούς τους λογαριασμούς χωρίς έξοδα διαχείρισης και χωρίς ελάχιστο ποσό κατάθεσης, ενώ πολλές φορές τα πιστωτικά ιδρύματα συνοδεύουν αυτά τα προϊόντα με επιπλέον παροχές.

Τόσο οι τρεχούμενοι καταθετικοί λογαριασμοί, όσο και οι λογαριασμοί όψεως παρέχουν το δικαίωμα διασύνδεσης τους με πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες με απευθείας χρέωση του συνδεδεμένου λογαριασμού.