Εμπάργκο (embargo)

Εμπάργκο είναι μία κυβερνητική εντολή με την οποία διακόπτονται οι εμπορικές δραστηριότητες, όπως οι εξαγωγές / εισαγωγές, και η μεταφορά προϊόντων σε μια άλλη χώρα ώστε να απομονωθεί.

Το εμπάργκο συνηθίζεται κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, αλλά μερικές φορές εφαρμόζεται και για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους, ενώ θεωρείται ισχυρό διπλωματικό μέτρο που χρησιμοποιείται από τις χώρες για να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.
Παράδειγμα:
Ο ΟΠΕΚ έκανε εμπάργκο στη μεταφορά πετρελαίου προς τη Δύση στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για να διαμαρτυρηθεί για τις πολιτικές του Ισραήλ και για να αυξήσει την τιμή του πετρελαίου.
Το εμπάργκο ανήκει στην κατηγορία των οικονομικών κυρώσεων, όπως ο οικονομικός αποκλεισμός και οι δασμοί.

Ο όρος εμπάργκο χρησιμοποιείται μερικές φορές καταχρηστικά για να περιγράψει ένα μποϊκοτάζ (boycotagge), το οποίο είναι γενικά ένα λαϊκό κίνημα που έχει σκοπό να μειώσει τις αγορές προϊόντων από μια συγκεκριμένη επιχείρηση, ως μέσο τιμωρίας.

Οικονομικός Αποκλεισμός (capital blockade)

Αποκλεισμός (blockade) είναι η παρεμπόδιση της ακτογραμμής ή των συνόρων μιας χώρας, προκειμένου να εμποδιστεί η εισαγωγή εμπορευμάτων και προμηθειών σε αυτή.

Οικονομικός αποκλεισμός (capital blockade) είναι μία μορφή οικονομικής κύρωσης που περιορίζει ή εμποδίζει σε επενδυτικά κεφάλαια να εισέλθουν σε μία χώρα.

Οι κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν από μια χώρα ή μια ομάδα χωρών, προκειμένου να βλάψουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας-στόχου, έτσι ώστε να ασκηθεί πίεση για την επίλυση εκκρεμών υποθέσεων.

Δεδομένου ότι οι περισσότερες χώρες βασίζονται σε ξένες επενδύσεις για οικονομική ανάπτυξη, ο περιορισμός αυτών των κεφαλαίων μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός και σχετικά ειρηνικός τρόπος για να γυρίσουν όλα τα μέρη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, χωρίς την ανάγκη κλιμάκωσης σε ένοπλες συγκρούσεις.

Αυτού του είδους οι οικονομικές κυρώσεις μπορούν να συνδυαστούν με τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών που ανήκουν στους πολίτες της χώρας στην οποία αποκλείεται, προκειμένου να ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση.

ΟΠΕΚ (OPEC)

Organization of the Petroleum Exporting Countries ή
Οργανισμός Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών

Ο ΟΠΕΚ είναι ένα σύνολο πετρελαιοπαραγωγικών κρατών που ιδρύθηκε το 1960 με σκοπό να παράσχει στα κράτη-μέλη τεχνική και οικονομική βοήθεια.

Ο ΟΠΕΚ δρα ως καρτέλ πετρελαίου και τα μέλη του συνεργάζονται ώστε να προσαρμόζουν τα επίπεδα παραγωγής και εξαγωγής αργού πετρελαίου, ασκώντας μεγάλη επιρροή στην τιμή του στην παγκόσμια αγορά, κυρίως μέσω ποσοστώσεων παραγωγής.

Σκοπός του είναι η προστασία των συμφερόντων των πετρελαιοπαραγωγικών κρατών και η εξασφάλιση ενός σταθερού εισοδήματος για τις χώρες παραγωγής, η αποτελεσματική προμήθεια πετρελαίου προς τα κράτη που το καταναλώνουν και μία λογική απόδοση των κεφαλαίων των επενδυτών της βιομηχανίας πετρελαίου.

Επειδή τα κράτη μέλη του ΟΠΕΚ κατέχουν τη συντριπτική πλειοψηφία των αποθεμάτων αργού πετρελαίου και σχεδόν το ήμισυ των αποθεμάτων φυσικού αερίου στον κόσμο, ο οργανισμός έχει σημαντική ισχύ στις αγορές αυτές.

Σημαία του ΟΠΕΚ:


Επιλεκτική Χρεοκοπία (selective / restricted default)

Επιλεκτική χρεοκοπία είναι μία βαθμολογία που δίνουν οι οίκοι αξιολόγησης σε έναν οφειλέτη που έχει αποτύχει να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις προς τους πιστωτές του, όταν αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.

Σε αντίθεση με την χρεοκοπία, όπου εκτιμάται ότι ο οφειλέτης δεν θα καταφέρει να αποπληρώσει το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των υποχρεώσεών του, η επιλεκτική χρεοκοπία δείχνει ότι ο οφειλέτης έχει αθετήσει ορισμένες, αλλά θα συνεχίσει να ανταποκρίνεται κανονικά στις υπόλοιπες.

Ο οφειλέτης δηλαδή έχει αθετήσει τις πληρωμές συγκεριμένων ομολόγων, δανείων ή άλλων οικονομικών υποχρεώσεων, αλλά δεν έχει ακόμα προχωρήσει σε διαδικασίες πτώχευσης, ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων ή άλλης επίσημης διαδικασίας εκκαθάρισης.

Προκαταβολή (advance payment / down payment / deposit)

Προκαταβολή είναι κάθε είδος πληρωμής που καταβάλλεται πριν από την παράδοση κάποιου αγορασθέντος προϊόντος ή υπηρεσίας, και απαιτείται ορισμένες φορές από τους πωλητές ως προστασία από επισφαλείς πελάτες.

Η προκαταβολή δείχνει στον πωλητή ότι ο αγοραστής έχει σοβαρή πρόθεση ολοκλήρωσης μιας εμπορικής συναλλαγής, όπως για παράδειγμα η αγορά ενός ακινήτου.

Συνήθως, αν ο πωλητής ακυρώσει τη συμφωνία, η προκαταβολή επιστρέφεται στον αγοραστή, ενώ αντιθέτως αν ο αγοραστής ακυρώσει τη συμφωνία, ο πωλητής κρατάει την προκαταβολή.

Προκαταβολή στις επιχειρήσεις

Στον εταιρικό κόσμο, οι εταιρείες συχνά πρέπει να πληρώσουν προκαταβολή προς τους προμηθευτές τους όταν οι παραγγελίες είναι μεγάλες ή/και δαπανηρές. Οι προμηθευτές ενδέχεται να μην έχουν επαρκή κεφάλαια για να αγοράσουν τα υλικά που απαιτούνται κι έτσι χρησιμοποιούν μέρος της προκαταβολής για να χρηματοδοτήσουν την παραγωγή τους.

Εάν μια εταιρεία καταβάλει προκαταβολή, καταγράφεται ως προπληρωθέντα έξοδα στον ισολογισμό της σύμφωνα με τη λογιστική υπόθεση της βάσης του δεδουλευμένου.

Προκαταβολή στην αγορά ακινήτων

Το μέγεθος της απαιτούμενης προκαταβολής για την αγορά ακίνητης περιουσίας είναι ένα μέτρο ένδειξης του κινδύνου αθέτησης των υποχρεώσεων για το δανειστή (κίνδυνος πτώχευσης). Όσο μεγαλύτερη είναι η προκαταβολή, τόσο μικρότερη φαίνεται να είναι η πιθανότητα ο δανειολήπτης να πτωχεύσει.

Η προκαταβολή αντιπροσωπεύει συνήθως μόνο ένα ποσοστό της τιμής αγοράς, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις δεν επιστρέφεται εάν η συμφωνία δεν ολοκληρωθεί.

Προκαταβάλλοντας ένα ποσό και στη συνέχεια πληρώνοντας το υπόλοιπο μέσω δόσεων είναι μια μέθοδος που κάνει τα ακριβά περιουσιακά στοιχεία πιο προσιτά στο μέσο καταναλωτή.
Παράδειγμα:
Επειδή τα σπίτια είναι ακριβά περιουσιακά στοιχεία, συνήθως απαιτείται μια προκαταβολή και η υπόλοιπη αξία του σπιτιού καλύπτεται από μία τράπεζα ή άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μέσω σύναψης στεγαστικού δανείου.