Καταθέσεις Ταμιευτηρίου (savings deposit)

Οι καταθέσεις ταμιευτηρίου αποτελούν το πιο διαδεδομένο είδος καταθετικού λογαριασμού. Απευθύνονται στο ευρύ κοινό (φυσικά πρόσωπα και νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα) συλλέγοντας τις αποταμιεύσεις των προσώπων αυτών σε χαμηλής επιτοκιακής απόδοσης λογαριασμούς.

Θεωρούνται μία από τις πιο εύκολα ρευστοποιήσιμες επενδύσεις, μαζί με τις καταθέσεις όψεως και τα μετρητά.

Οι καταθέσεις ταμιευτηρίου παρέχουν τη δυνατότητα άμεσης ανάληψης του πιστωτικού υπολοίπου και δύνανται να συνδυασθούν με πάγιες εντολές για την εξόφληση διαφόρων λογαριασμών των καταθετών (λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, σταθερής/κινητής τηλεφωνίας κτλ).

Ο εκτοκισμός των καταθέσεων Ταμιευτηρίου διενεργείται συνήθως κάθε έξι μήνες, δεν επιτρέπει την έκδοση επιταγών, ενώ η ενημέρωση των καταθετών γίνεται από το βιβλιάριο καταθέσεων του Ταμιευτηρίου.

Λόγω των χαμηλών επιτοκίων, οι καταθέσεις ταμιευτηρίου συνήθως δεν προτιμώνται για μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

Εμπορικό Σήμα (trademark)

Εμπορικό σήμα είναι το διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων και των υπηρεσιών μια επιχείρησης. Μπορεί να είναι κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μια επιχείρησης από εκείνα άλλων.

Μπορεί να αποτελείται από λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμούς, χρώματα, ήχους, καθώς και το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του.

Υπάρχουν διάφορα είδη σημάτων. Τα ατομικά, τα συλλογικά, τα λεκτικά, τα σύνθετα, σήματα προϊόντων και σήματα υπηρεσιών, σήματα ασθενή, ισχυρά και φήμης.

Τα σήματα φήμης συγκεντρώνουν σωρευτικά τα επόμενα χαρακτηριστικά:
  • Έχουν αυξημένο βαθμό καθιέρωσης στις συναλλαγές
  • Διαθέτουν μοναδικότητα και δεν χρησιμοποιούνται από τρίτους για ανόμοια προϊόντα.
  • Έχουν ιδιαίτερη διακριτική δύναμη.
  • Υπάρχει θετική εικόνα του κοινού για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που διακρίνουν.
       Παράδειγμα:
        Σήματα φήμης είναι η Barclays, η ΦΑΓΕ, η Mercedes, η Aegean κτλ

Βέβαια, ο νόμος κρίνει κάποια διακριτικά γνωρίσματα ως απαράδεκτα για να χρησιμοποιηθούν ως σήματα.

Έτσι δεν μπορούν να αποτελέσουν σήμα:
  • Όσα δεν μπορούν να έχουν διακριτικό χαρακτήρα, δεν μπορούν δηλαδή να δημιουργήσουν στον αποδέκτη τον συνειρμό ότι το συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία προέρχεται από συγκεκριμένη επιχείρηση.(πχ, μια ευθεία γραμμή, ένας κύκλος, ένα ερωτηματικό.)
  • Όσα δεν είναι δεκτικά γραφικής απεικόνισης, δηλαδή είναι πχ αντιληπτά μόνο με την αφή η την γεύση.
  • Είναι ενδείξεις περιγραφικές, δηλαδή δηλώνουν είδος, ποσότητα, ποιότητα, τόπο προέλευσης κτλ.(πχ "το αλάτι", " το αυτοκίνητο")
  • Αποτελούνται από κοινόχρηστες ενδείξεις, δηλαδή λέξεις που χρησιμοποιούνται από πολλές επιχειρήσεις(πχ "φρέσκο", "Hotel")
  • Είναι αντίθετα στα χρηστά ήθη ή την δημόσια τάξη.(πχ, η φωτογραφία ενός γυμνού άνδρα για περιοδικό ομοφυλοφίλων)
  • Αποτελούνται από ονόματα ή εικόνες τρίτων προσώπων, χωρίς την συναίνεσή τους.
  • Αποτελούνται από κρατικά ή θρησκευτικά σύμβολα.(πχ η ελληνική σημαία, ο σταυρός, η ημισέληνος)
  • Σημεία των οποίων η κατάθεση αντίκειται στην καλή πίστη
  • Είναι παραπλανητικά και μπορούν να δημιουργήσουν εσφαλμένη εντύπωση στον καταναλωτή.(πχ η φωτογραφία μια ελιάς για προϊόντα που παράγονται από φοινικέλαιο)
  • Είναι ίδια ή μοιάζουν με προγενέστερα σήματα ή υπάρχει περίπτωση να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης με προγενέστερα.
Δικαίωμα στο εμπορικό Σήμα

Το δικαίωμα στο σήμα είναι απόλυτο και ο δικαιούχος του έχει δικαίωμα στην αποκλειστική χρήση για να χαρακτηρίζει τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που διαθέτει στο καταναλωτικό κοινό.

Επιπλέον ο δικαιούχος έχει αρνητική εξουσία πάνω στο σήμα. Αυτό σημαίνει πως έχει δικαίωμα να αποκλείει κάθε τρίτον από την χρήση τόσο του ίδιου του σήματος που ο ίδιος έχει κατοχυρώσει όσο και παρόμοιου με αυτό.

Ο δικαιούχος του εμπορικού σήματος μπορεί να μεταβιβάζει το δικαίωμα στο σήμα ακόμη και ξεχωριστά από την επιχείρηση. Μπορεί επιπρόσθετα να παραχωρεί σε τρίτους αποκλειστική η μη άδεια χρήσης του σήματος είτε για μέρος είτε για το σύνολο των προϊόντων που καλύπτει.

Για την καταχώρηση του σήματος θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην αίτηση, τα στοιχεία του καταθέτη, η αποτύπωση του σήματος, η καταχώρηση των προϊόντων και υπογραφή.

Η υπηρεσία σημάτων εξετάζει το παραδεκτό της δήλωσης και αν δεν συντρέχει κάποιος λόγος απαραδέκτου  την αποδέχεται. Μετά την απόφαση αποδοχής της δήλωσης του σήματος, αυτό καταχωρείται στο μητρώο σημάτων και αναρτάται στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Αφού γίνει αμετάκλητη σημειώνεται η λέξη "καταχωρήθηκε".

Απώλεια του δικαιώματος στο σήμα μπορεί να προκύψει με διαγραφή είτε λόγω έκπτωσης είτε λόγω ακυρότητας, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον. Η διαγραφή επέρχεται μετά από αμετάκλητη απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων

Συλλογικό Σήμα

Φορέας του συλλογικού σήματος μπορεί να είναι συνεταιρισμοί, ενώσεις και ΝΠΔΔ (νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου).

Οι παραπάνω μπορούν να καταθέτουν εμπορικά σήματα για να διακρίνουν την προέλευση των προϊόντων ή των υπηρεσιών των μελών τους ή τη γεωγραφική τους προέλευση ή το είδος ή την ποιότητα ή και τις ιδιότητες τους.

Το συλλογικό σήμα μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο τα μέλη της σηματούχου ένωσης.

Αφανή Αποθεματικά (hidden reserves)

Αφανή αποθεματικά είναι τα αποθεματικά που δεν αποκαλύπτονται στον Ισολογισμό μιας εταιρίας. Είναι δηλαδή το ποσό κατά το οποίο τα Ιδία Κεφάλαια, κι άρα κατ' επέκταση η πραγματική αξία μιας επιχείρησης, υπερβαίνει την αξία που αντικατοπτρίζεται στα λογιστικά βιβλία της.

Αυτό δημιουργεί μια στρεβλή εντύπωση για την πραγματική οικονομική εικόνα της εταιρίας, η οποία μπορεί να είναι στην πραγματικότητα πολύ καλύτερη από ότι υποδεικνύουν οι οικονομικές καταστάσεις της.

Τα αφανή αποθεματικά είναι προϊόν της δημιουργικής λογιστικής (creative accounting) και προκύπτουν όταν οι λογιστικές πρακτικές που ακολουθούνται παρεκκλίνουν από το πνεύμα και την σωστή ερμηνεία των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Πιο συγκεκριμένα, ορισμένα περιουσιακά στοιχεία όπως κτίρια ή εξοπλισμός μπορεί είτε να μην συμπεριλαμβάνονται στον Ισολογισμό, είτε να εμφανίζονται σε τιμή μικρότερη από την αγοραία αξία τους (market value).

Επιπλέον, εκτός της πλήρους απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων, μία εταιρεία μπορεί να αρχίσει να αποσβένει περιουσιακά στοιχεία γρηγορότερα από την πτώση της αγοραίας αξίας τους. Προσπαθεί  δηλαδή, σκοπίμως, με την υποτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της ή με την υπερτίμηση των Υποχρεώσεων, να παρουσιάσει χαμηλότερο φορολογητέο εισόδημα.

Το αφανές αποθεματικό μπορεί τελικά να χρησιμοποιηθεί ως επιπλέον κεφάλαιο κίνησης, προσφέροντας (αθέμιτο) πλεονέκτημα έναντι του ανταγωνισμού.

Η υιοθέτηση παρόμοιων πρακτικών οδηγεί σε ασυνέπεια και ανακρίβειες των οικονομικών καταστάσεων, πράγμα το οποίο μπορεί να κλονίσει την εμπιστοσύνη μετόχων και επενδυτών.

Αποθεματικό Κεφάλαιο (valuation reserve)

Αποθεματικό κεφάλαιο είναι ένας ειδικός Λογαριασμός που έχει συσταθεί για να βοηθήσει μια εταιρία να αντισταθμίσει ενδεχόμενες απώλειες σε λογαριασμούς του Ισολογισμού της ή σε περίπτωση μεταβολής της αξίας των πάγιων περιουσιακών στοιχείων της.

Πιο συγκεκριμένα, σκοπός του αποθεματικού κεφαλαίου είναι να χρησιμοποιήσει μέρος των κερδών της εταιρίας, μεταφέροντας τα σε ένα ειδικό λογαριασμό, ώστε να υπάρχει το απαραίτητο κεφάλαιο για την κάλυψη μελλοντικών ζημιών.
 
Για την επίτευξη αυτού του στόχου μπορεί να διατηρείται αποθεματικό κεφάλαιο για ομόλογα, δάνεια, ακίνητα, πληρωτέα μερίσματα, αποσβέσεις παγίων, επισφαλείς πελάτες, χρεόγραφα με ενέχυρο στεγαστικά δάνεια (mortgage backed securities), μετοχές (κοινές ή προνομιούχες) και άλλα περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αγοραία αξία ενδέχεται να μειωθεί.
 
Αποσβέσεις και Επισφάλειες

Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία μιας εταιρίας χάνουν την αξία τους (απόσβεση) μέσω της επαναλαμβανόμενης χρήσης μέχρι τελικά να καταστούν μη λειτουργικά και να αντικατασταθούν από νεότερο πάγιο εξοπλισμό.

Το αποθεματικό κεφάλαιο μπορεί να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις που έχει στην συνολική αξία της επιχείρησης, η σταδιακή υποτίμηση από την αρχική τιμή αγοράς του εξοπλισμού.
 
Επίσης ο λογαριασμός αυτός κάνει την αντικατάσταση του παλαιότερου εξοπλισμού πιο εύκολο από λογιστικής πλευράς.

Το αποθεματικό κεφάλαιο μπορεί, εκτός από τις αποσβέσεις, να χρησιμοποιηθεί και σε άλλες μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, όπως η συσσώρευση επισφαλειών (bad debt).  Ως επισφάλειες εδώ ορίζεται η αποτυχία της εταιρίας να ανακτήσει τον έλεγχο στοιχείων του Ενεργητικού της ή να εισπράξει χρήματα από προϊόντα, δάνεια ή υπηρεσίες που παρείχε στους πελάτες της.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το κόστος της συνέχισης των προσπαθειών συλλογής των χρημάτων μπορεί να υπερβαίνει την αξία του εναπομένοντος χρέους. Όταν συμβαίνει αυτό, πολλές εταιρείες αποδέχονται την απώλεια και παραγράφουν (write off) το χρέος, μειώνοντας έτσι τη συνολική αξία του λογαριασμού Εισπρακτέοι Λογαριασμοί.
 
Με τη δημιουργία του λογαριασμού Αποθεματικό κεφάλαιο το οποίο δεσμεύει μέρος από τα κέρδη, ειδικά για αυτές τις περιπτώσεις, η επίπτωση των επισφαλειών ελαχιστοποιείται.
 
       Παράδειγμα:
        Όταν μια τράπεζα ή μια εισπρακτική εταιρία πιστεύει ότι ένα δάνειο τελικά δεν θα αποπληρωθεί, χρησιμοποιεί ένα μέρος του αποθεματικού κεφαλαίου (loan loss reserves), ίσο με την διαφορά της αρχικής και της νέας αγοραίας (μειωμένης) αξίας του δανείου, για να αντισταθμίσει τις απώλειες της.

Εξαγορά (acquisition)

Εξαγορά είναι μια εταιρική πράξη όπου μια εταιρία αγοράζει τα περιουσιακά στοιχεία / μετοχές μιας εταιρίας-στόχου προκειμένου να αναλάβει τον έλεγχο της.

Οι εξαγορές αποτελούν συχνά μέρος της στρατηγικής ανάπτυξης μιας εταιρείας όταν θεωρείται πιο συμφέρον να αναλάβει τη λειτουργία μιας υπάρχουσας επιχείρησης αντί να ιδρύσει μία από την αρχή.
 
Συνήθως η εταιρία-αγοραστής προσφέρει ένα premium επί της τιμής της αγοραίας αξίας (τιμή μετοχής) της εταιρίας-στόχου, προκειμένου να δελεάσει τους μετόχους να πωλήσουν τις μετοχές τους.

       Παράδειγμα:
       Η Microsoft είχε κάνει προσφορά εξαγοράς της Yahoo το 2008, κι όταν ο τότε πρόεδρος της αρνήθηκε, η Microsoft στράφηκε προς τους μετόχους της προσφέροντας τους υψηλό premium επί της τιμής της μετοχής.
 
Οι εξαγορές γίνονται είτε με μετρητά, είτε με ανταλλαγή μετοχών της αγοράστριας εταιρίας είτε είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Τα χρήματα που λαμβάνει η εταιρία-στόχος από την εξαγορά, επιστρέφονται στους μετόχους της ως μέρισμα ή μέσω της εκκαθάρισης (liquidation).
 
Για την εξαγορά μιας επιχείρησης αρκεί η κατοχή τουλάχιστον του 50% των μετοχών με δικαίωμα ψήφου, συν μία.

Η εξαγορά είναι ένας τρόπος επέκτασης μιας εταιρίας για να αυξήσει το μερίδιο αγοράς της, να αποκτήσει πρόσβαση σε συγκεκριμένους προμηθευτές που ενδέχεται να έχουν φυσικό μονοπώλιο,να αποκτήσει πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες και αγορές, για την επίτευξη συνεργιών ή να αξιοποιήσει καλύτερα ανεπτυγμένα δίκτυα διανομής.
 
Επιπλέον μπορεί να επιθυμεί με αυτό τον τρόπο να μειώσει τον ανταγωνισμό, να αποκτήσει τον έλεγχο υποτιμημένων στοιχείων Ενεργητικού άλλων εταιριών, να αυξήσει τις πωλήσεις και τα κέρδη της, να ενδυναμώσει το εύρος προϊόντων που προσφέρει, να αποκτήσει συγκεκριμένο brand ή να ενισχύσει το δικό της χαρτοφυλάκιο, να εκμεταλλευτεί οικονομίες κλίμακας, να αποκτήσει κυριαρχία ή μονοπώλιο σε μια αγορά κτλ.

Συγχώνευση
 
Όταν μια εταιρεία (acquirer/buyer/bidder (αγοραστής/πλειοδότης)) αγοράζει μια άλλη (acquiree/target), η δεύτερη μπορεί είτε να συνεχίσει να υπάρχει ως χωριστή νομική οντότητα, είτε παύει να υφίσταται και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας-στόχου ενσωματώνονται στην εταιρεία-αγοραστή.

Αν και οι δύο εταιρείες πάψουν να υφίστανται και στη θέση τους δημιουργηθεί μια νέα νομική οντότητα, τότε προτιμάται ο όρος "Συγχώνευση".

Συνήθως οι συγχωνεύσεις κι οι εξαγορές κρατούνται κρυφές από το κοινό στα πρώτα στάδια, προκειμένου να μην επηρεάσουν την τιμή των μετοχών των εταιριών που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, αν και σε πολλές περιπτώσεις υπήρξαν υπόνοιες για εσωτερική πληροφόρηση (insider trading).
 
Διαφορά μεταξύ Συγχώνευσης - Εξαγοράς

Η συγχώνευση περιλαμβάνει την κοινή απόφαση δυο εταιριών να ενωθούν και να σχηματίσουν μια νέα νομική οντότητα. Η νέα εταιρία μέσω διαρθρωτικών αλλαγών αποκτάει επιχειρησιακά πλεονεκτήματα τα οποία μειώνουν τα κόστη της, βελτιώνουν την παραγωγική διαδικασία και αυξάνουν τα κέρδη της, με συνέπεια να αυξηθεί και η τιμή της μετοχής της, προσφέροντας υψηλότερη αξία για τους μετόχους της.
 
       Παράδειγμα:
       Η συγχώνευση της America Online με την Time Warner το 2001 για να εκμεταλλευτούν την τότε ραγδαία ανάπτυξη χρηστών του internet.
 
Η εξαγορά (takeover / acquisition) χαρακτηρίζεται από την αγορά μιας εταιρίας από μια άλλη, είτε με φιλικό είτε με επιθετικό τρόπο (επιθετική εξαγορά). Τα στοιχεία του Ενεργητικού και του Παθητικού (Καθαρή Θέση + Υποχρεώσεις) της επιχείρησης που πωλείται απορροφούνται από την εταιρία-αγοραστή.
 
       Παράδειγμα:
       Η εξαγορά της Waze από την Google έγινε για να διευρύνει και να εμπλουτίσει το εύρος των προϊόντων της (google maps).
 
       Η εξαγορά του Instagram από το Facebook και η εξαγορά του Tumblr από την Yahoo έγιναν για να αποκτήσουν οι εταιρίες τις ισχυρές βάσεις χρηστών των παραπάνω startups, να αποκτήσουν τεχνογνωσία και να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην αγορά.
 
Είδη Εξαγορών
 
Φιλική Εξαγορά (friendly takeover)

Φιλική εξαγορά είναι μια εξαγορά που έχει εγκριθεί από τη διοίκηση της εταιρίας-στόχου.
 
Επιθετική Εξαγορά (hostile takeover)

Η επιθετική εξαγορά επιτρέπει σε μια εταιρία να αποκτήσει μια εταιρεία της οποίας η διοίκηση δεν το επιθυμεί. Η εξαγορά θεωρείται επιθετική αν το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας-στόχου απορρίψει την προσφορά, αλλά ο αγοραστής (bidder) εξακολουθεί να την επιδιώκει κάνοντας προσφορά απευθείας στους μετόχους προκειμένου να τους πείσει να πουλήσουν τις μετοχές τους.

Εναλλακτικά μπορεί να αγοράζει κρυφά μετοχές της εταιρίας-στόχου στο Χρηματιστήριο για να αποκτήσει έλεγχο στο διοικητικό συμβούλιο ώστε να εγκρίνει την εξαγορά.
 
Αποτέλεσμα της εχθρικής εξαγοράς μπορεί να είναι η αποχώρηση βασικών στελεχών που θα έχουν ως αποτέλεσμα την έστω και προσωρινή πτώση της αγοραίας αξίας (τιμή μετοχής) της εταιρίας-στόχου.

Επίσης, λόγω του ότι στην επιθετική εξαγορά η εταιρία-αγοραστής δεν έχει πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά στοιχεία και στις λογιστικές καταστάσεις της εταιρίας στόχου, μπορεί να προκύψουν έξοδα ή να υπάρχουν κρυφά κόστη τα οποία τελικά να καταστήσουν την εξαγορά ζημιογόνα ή μη συμφέρουσα.

Αντίστροφη Εξαγορά (reverse takeover)
 
Η αντίστροφη εξαγορά είναι ένα είδος εξαγοράς, όπου μια ιδιωτική εταιρεία αγοράζει μια εταιρία που διαπραγματεύεται στο Χρηματιστήριο (public company), με σκοπό να εισέλθει σε αυτό αποφεύγοντας τα κόστη, τα έξοδα και τις χρονοβόρες διαδικασίες που θα έπαιρνε μια διαδικασία συμβατικής δημόσιας προσφοράς (IPO).
 
Η διαδικασία γίνεται με την ιδιωτική εταιρία να αγοράζει αρκετές μετοχές της δημόσιας ώστε να αποκτήσει τον έλεγχο της. Οι μέτοχοι της ιδιωτικής εταιρίας τότε ανταλλάσουν τις μετοχές τους με μετοχές της δημόσιας εταιρίας κι έτσι μετατρέπουν την εταιρία τους σε δημόσια.

Ένα ακόμα πλεονέκτημα της αντίστροφης εξαγοράς είναι ότι η είσοδος στο Χρηματιστήριο στη περίπτωση της συμβατικής δημόσιας προσφοράς (IPO) εξαρτάται σημαντικά από τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά κι άλλους εξωγενείς παράγοντες στους οποίους η διοίκηση της εταιρίας έχει ελάχιστη ή και καθόλου επιρροή.

Αντίθετα στην περίπτωση του reverse takeover η συμφωνία γίνεται μεταξύ των δύο εταιριών κι άρα είναι λιγότερο ευαίσθητη στις επιδράσεις της χρηματαγοράς.

Εξαγορά Split and Sell
 
Στην εξαγορά "Split and sell" συνήθως εξαγοράζεται μια εταιρία με στόχο περιορισμένα περιουσιακά στοιχεία της, είτε αυτό είναι το πελατολόγιο της, είτε πατέντες, κανάλια διανομής κτλ.
 
Σε αυτή την περίπτωση, τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της μεταπωλούνται απευθείας ώστε να επανακτηθεί μέρος του κόστους εξαγοράς της εταιρίας.
 
Εξαγορά Backflip

H εξαγορά "backflip" είναι ένας είδος εξαγοράς στην οποία η εταιρία-αγοραστής μετατρέπεται σε θυγατρική της εταιρείας-στόχου που εξαγοράστηκε. Αυτό το είδος εξαγοράς μπορεί να συμβεί όταν μια μεγαλύτερη αλλά λιγότερο γνωστή εταιρεία αγοράζει μια εταιρεία που διαθέτει ένα πολύ γνωστό εμπορικό σήμα.

Μοχλευμένη Εξαγορά

Οι εξαγορές που χρηματοδοτούνται μέσω δανείου είναι γνωστές ως μοχλευμένες εξαγορές (leveraged buyouts), και το χρέος μεταφέρεται στον Ισολογισμό της εξαγορασθείσας εταιρείας. Η εταιρεία έχει στη συνέχεια την υποχρέωση να εξοφλήσει αυτό το δάνειο.
 
Αυτή είναι μια τεχνική που χρησιμοποιείται συχνά από τις εταιρείες ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (private equity companies). Σε ορισμένες περιπτώσεις το ποσοστό δανειοδότησης φτάνει στο 80% του απαιτούμενο κεφαλαίου, κάτι που σημαίνει ότι η εταιρία-αγοραστής οφείλει να καταβάλλει μόλις το 20% της τιμής αγοράς.
 
Στρατηγικές Αποφυγής Εξαγοράς 
 
Η διοίκηση μιας εταιρίας που δεν επιθυμεί την συγχώνευση μπορεί να χρησιμοποιήσει διάφορες στρατηγικές για να την αποφύγει όπως:
  • Bankmail
  • Μαύρος Ιππότης (Black knight)
  • Crown Jewel Defense
  • Flip-in
  • Flip-over
  • Χρυσό Αλεξίπτωτο (Golden parachute)
  • Χρυσή μετοχή (Golden share)
  • Γκρι Ιππότης (Gray Knight)
  • Greenmail
  • Jonestown Defense
  • Θανατηφόρες Μέλισσες (Killer bees)
  • Μοχλευμένη Ανακεφαλαιοποίηση (Leveraged recapitalization)
  • Lobster trap
  • Lock-up provision
  • Άμυνα Nancy Reagan (Nancy Reagan Defense)
  • Non-voting stock
  • Άμυνα Pac-Man (Pac-Man Defense)
  • Pension parachute
  • People Pill
  • Σκαντζόχοιρος (Porcupine)
  • Κώνειο (Poison pill)
  • Ασφαλές Λιμάνι (Safe Harbor)
  • Καμένη γη (Scorched-earth defense)
  • Απώθηση καρχαριών (Shark repellent)
  • Τμηματοποίηση Διοικητικού Συμβουλίου (Staggered board of Directors)
  • Συμφωνία Αναστολής (Standstill agreement)
  • Στοχευμένη επαναγορά (Targeted repurchase)
  • Top-ups
  • Treasury stock
  • Voting plans
  • Λευκός Ιππότης (White knight)
  • White squire
  • Whitemail