Καθαρή Παρούσα Αξία (ΚΠΑ - Net Present Value (NPV))

Καθαρή Παρούσα Αξία (ΚΠΑ) είναι το άθροισμα των παρουσών αξιών των εισερχόμενων και εξερχόμενων ταμειακών ροών κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου. Μετράει το πλεόνασμα ή την έλλειψη ταμειακών ροών, σε όρους παρούσας αξίας, σε σχέση με το κόστος κεφαλαίων (cost of funds) που χρησιμοποιήθηκαν για μια επένδυση.

Η Καθαρή Παρούσα Αξία (ΚΠΑ) είναι ένα χρήσιμο εργαλείο που χρησιμοποιείται στην οικονομική επιστήμη (economics), στα χρηματοοικονομικά (finance) και στη λογιστική (accounting) για να καθοριστεί αν μια επένδυση ή ένα έργο κρίνεται συμφέρον για να χρηματοδοτηθεί ή όχι. Η παρούσα αξία των αναμενόμενων ταμειακών ροών υπολογίζεται με την προεξόφληση τους χρησιμοποιώντας το κατάλληλο προεξοφλητικό επιτόκιο (discount rate)

       Παράδειγμα
       Μια επένδυση 10.000 ευρώ, με απόδοση 20% θα αποδώσει 12.000 στο τέλος του έτους. Αντίστροφα, η παρούσα αξία των 12.000 ευρώ χρησιμοποιώντας το προεξοφλητικό επιτόκιο του 20% είναι 10.000.  Το ύψος του ποσού της επένδυσης (10.000 ευρώ σε αυτό το παράδειγμα) αφαιρείται από το ποσό της παρούσας αξίας για να υπολογιστεί η Καθαρή Παρούσα Αξία, η οποία εδώ είναι μηδέν (10.000€ - 10.000€ = 0€)

Μηδενική Καθαρή Παρούσα Αξία σημαίνει ότι τα έσοδα από το έργο αποπληρώνουν την αρχική επένδυση, χωρίς όφελος ή ζημιά για τον επενδυτή. Θετική ΚΠΑ σημαίνει ότι η επένδυση είναι κερδοφόρα, ενώ αρνητική ΚΠΑ σημαίνει ότι η επένδυση καταλήγει σε ζημία. Η ΚΠΑ είναι μία από τις δύο τεχνικές προεξόφλησης ταμειακών ροών (η άλλη είναι ο Εσωτερικός Συντελεστής Απόδοσης) που χρησιμοποιούνται στη συγκριτική αξιολόγηση επενδυτικών προτάσεων, όπου η ροή του εισοδήματος διαφέρει στην πάροδο του χρόνου.

Αποτελεί μια τυποποιημένη μέθοδο που χρησιμοποιεί την έννοια της χρονικής αξίας του χρήματος για την εκτίμηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Η χρονική αξία του χρήματος στα χρηματοοικονομικά, υπαγορεύει ότι ο χρόνος έχει επιπτώσεις στην αξία των ταμειακών ροών. Αν, για παράδειγμα, υπάρχει μία χρονική περίοδος πανομοιότυπων ταμειακών ροών ίσης ονομαστικής αξίας, οι ταμειακές ροές στο παρόν έχουν μεγαλύτερη πραγματική αξία από ταμειακές ροές ίσης ονομαστικής στο μέλλον, με κάθε μελλοντική ταμειακή ροή να γίνεται όλο και λιγότερο πολύτιμη από τις προηγούμενες.

Συνεπώς, μεταξύ δυο όμοιων επενδύσεων, υψηλότερο κίνδυνο έχει αυτή με την μεγαλύτερη διάρκεια. Για κάθε επιπλέον χρονική περίοδο, η παρούσα αξία των μεταγενέστερων μελλοντικών ταμειακών ροών μειώνεται, καθώς ο κίνδυνος αυτής της επένδυσης αυξάνεται, ως αποτέλεσμα της μεγαλύτερης αβεβαιότητας και κινδύνου που υπάρχει για την τελική ολοκλήρωση του έργου/επένδυσης.

Υπολογισμός ΚΠΑ

Ο προσδιορισμός της αξίας ενός σχεδίου είναι δύσκολη, επειδή υπάρχουν διάφοροι τρόποι για τη μέτρηση της αξίας των μελλοντικών ταμειακών ροών. Λόγω της χρονικής αξίας του χρήματος, ένα ευρώ στο μέλλον αξίζει λιγότερο από όσο ένα ευρώ σήμερα. Το προεξοφλητικό επιτόκιο στον τύπο ΚΠΑ είναι ένας τρόπος για να μετρηθεί ακριβώς αυτό.

Ο τύπος υπολογισμού της Καθαρής Παρούσας Αξίας μιας σειράς ταμειακών ροών, δέχεται ως μεταβλητές τις ταμειακές ροές και ένα προεξοφλητικό επιτόκιο και έχει ως αποτέλεσμα μια τιμή.

Η αντίστροφη διαδικασία, που δέχεται ως μεταβλητές μια σειρά ταμειακών ροών και την ΚΠΑ και βγάζει ως αποτέλεσμα το προεξοφλητικό επιτόκιο, ονομάζεται  απόδοση και χρησιμοποιείται ευρέως στις συναλλαγές ομολόγων.

Τα βήματα για τον υπολογισμό της ΚΠΑ είναι:
  • Καθορισμός όλων των ταμειακών ροών που συνδέονται με ένα έργο ή μια επένδυση καθώς και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτές θα προκύψουν. Οι ταμειακές ροές μπορεί να είναι είτε θετικές (εισροή χρημάτων), είτε αρνητικές (εκροές χρημάτων/δαπάνες).
  • Καθορισμός του κατάλληλου προεξοφλητικού επιτοκίου, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό της Παρούσας Αξίας των μελλοντικών ταμειακών ροών.
  • Άθροισμα της Παρούσας Αξίας όλων των ταμειακών ροών, τόσο θετικών όσο και αρνητικών για τον υπολογισμό της ΚΠΑ και κατ' επέκταση της κερδοφορίας της επένδυσης.
 
Χρήση ΚΠΑ σε εταιρικό περιβάλλον
 
Η ΚΠΑ χρησιμοποιείται και για την ανάλυση επενδυτικών αποφάσεων εταιριών, είτε εξαγορών και συγχωνεύσεων είτε για την εισαγωγή νέων προϊόντων στην αγορά. Προϊόντα με θετική ΚΠΑ δείχνουν ότι τα προβλεπόμενα έσοδα (μελλοντικές ταμειακές εισροές) θα είναι μεγαλύτερα από τις δαπάνες επενδύσεων για έρευνα, ανάπτυξη, προώθηση, τα κόστη παραγωγής και διανομής τους, οπότε το τελικό Αποτέλεσμα θα είναι προς όφελος των μετόχων της εταιρείας.

Η ασφαλέστερη επένδυση είναι συνήθως οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου και οι προθεσμιακές καταθέσεις, αλλά αυτές έχουν συνήθως και τα χαμηλότερα επιτόκια.
 
Σε μια θεωρητική κατάσταση όπου μια εταιρία διαθέτει απεριόριστα κεφάλαια, θα έπρεπε να προχωρήσει στη χρηματοδότηση κάθε δυνατής επένδυσης με θετική Καθαρή Παρούσα Αξία.  Ωστόσο, πρακτικά, τα περιορισμένα κεφάλαια περιορίζουν τις επενδύσεις στα έργα με την υψηλότερη ΚΠΑ των οποίων το κόστος των ταμειακών ροών δεν υπερβαίνουν τα συνολικά κεφάλαια της εταιρείας. 

 Στην περίπτωση κατά την οποία όλες οι μελλοντικές ταμειακές ροές είναι  εισροές (όπως  η πληρωμή τοκομεριδίου ομολόγων), η μόνη εκροή μετρητών είναι η τιμή αγοράς κι άρα η ΚΠΑ είναι απλώς η παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών μείον την τιμή αγοράς (purchase price) του ομολόγου
 
Οι εταιρείες έχουν διαφορετικούς τρόπους για τον προσδιορισμό του προεξοφλητικού επιτοκίου, αν και μια κοινή μέθοδος χρησιμοποιεί την αναμενόμενη απόδοση εναλλακτικών επενδυτικών επιλογών με παρόμοιο επίπεδο κινδύνου.

Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει ο καθορισμός του επιτοκίου με το οποίο θα γίνει η προεξόφληση των ταμειακών ροών. Το προεξοφλητικό επιτόκιο μπορεί να αλλάζει ανάλογα με την επένδυση κι εξαρτάται από το επίπεδο αντιληπτού κινδύνου που εκτιμάει ο επενδυτής για την κάθε μια.
 
       Παράδειγμα
       Αν ένας επιχειρηματίας θέλει να αγοράσει ένα κατάστημα, θα κάνει πρώτα μια εκτίμηση των  μελλοντικών ταμειακών ροών, τις οποίες θα δημιουργήσει το κατάστημα, και στη συνέχεια θα προεξοφλήσει αυτές τις ταμειακές ροές βρίσκοντας την ΚΠΑ.
 
       Έστω ότι η τιμή του καταστήματος σήμερα είναι 100.000 ευρώ και το μαγαζί εκτιμάται ότι θα αποφέρει 20.000 ευρώ για τα επόμενα 5 χρόνια. Τα 100.000 ευρώ που θα δαπανηθούν σήμερα είναι ήδη υπολογισμένα στην παρούσα αξία τους, άρα δεν χρειάζονται κάποια προεξόφληση. Τα ετήσια έσοδα των 20.000 ευρώ όμως πρέπει να προεξοφληθούν ώστε να υπολογιστεί η τωρινή τους αξία. Έστω ότι χρησιμοποιείται ένα προεξοφλητικό επιτόκιο 10%.
 
       Η Παρούσα Αξία των εισροών υπολογίζεται σε 75.816 ευρώ, από την οποία αν αφαιρεθεί η εκροή των 100.000 προκύπτει αρνητική ΚΠΑ ύψους -24.184 ευρώ, πράγμα που υποδεικνύει ότι η επένδυση δεν κρίνεται συμφέρουσα.

       Γενικότερα αν η αξία αγοράς του καταστήματος ήταν μικρότερη των  75.816 ευρώ, ο επιχειρηματίας θα έκρινε την αγορά συμφέρουσα (λόγω της θετικής ΚΠΑ).  Αντίθετα, όσο το κατάστημα έχει τιμή μεγαλύτερη από 75.816€ ο επιχειρηματίας δεν έχει συμφέρον να αγοράσει το κατάστημα, καθώς η επένδυση θα παρουσιάσει αρνητική ΚΠΑ.

Μειονεκτήματα υπολογισμού ΚΠΑ

Η Καθαρή Παρούσα Αξία σαν εργαλείο ανάλυσης επενδύσεων έχει τα εξής μειονεκτήματα:
  • Οι εκτιμώμενες ταμειακές ροές σπανίως συμπίπτουν με τα πραγματικά αποτελέσματα, καθώς εξαρτώνται από πάρα πολλές μεταβλητές κι από τις υποκειμενικές εκτιμήσεις των αναλυτών κατά τη διάρκεια του οικονομικού προϋπολογισμού
  • Το προεξοφλητικό επιτόκιο (discount rate) που θα πρέπει χρησιμοποιηθεί δεν είναι πάντοτε σαφές, ενώ θεωρείται σταθερό κατά τη διάρκεια ζωής της επένδυσης, πράγμα μη ρεαλιστικό για μακροχρόνιες και υψηλού ρίσκου επενδύσεις.

Η έννοια της ΚΠΑ είναι στενά συνδεδεμένη με εκείνη του κόστους ευκαιρίας. Τόσο το κόστος ευκαιρίας όσο και η ΚΠΑ μπορεί να συγκρίνει δύο διαφορετικές επενδύσεις και να αξιολογήσει ποια είναι καλύτερη και πιο συμφέρουσα για έναν επενδυτή.

Η Καθαρή Παρούσα Αξία μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας της επαναγοράς ομολόγων, αν και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο τρόπος χρηματοδότησης της επαναγοράς. Προφανώς ο δανεισμός με υψηλό επιτόκιο για να βρεθούν τα κατάλληλα κεφάλαια ίσως κρίνει την επαναγορά ασύμφορη, ενώ αντίθετα αν το κόστος δανεισμού είναι χαμηλό, η ΚΠΑ θα προκύψει θετική.

Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα (special drawing rights)

Ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) είναι ένα διεθνές αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δημιουργήθηκε από το ΔΝΤ το 1969, ως εναλλακτική μορφή των υφιστάμενων επίσημων συναλλαγματικών διαθεσίμων των χωρών-μελών του.

Τα ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα δεν είναι νόμισμα και δεν έχουν φυσική παρουσία όπως το χρήμα, αλλά αποτελούν λογιστική καταχώριση και αντιπροσωπεύουν Απαίτηση για συναλλαγματικά αποθέματα νομισμάτων των χωρών-μελών του ΔΝΤ (ευρώ, ιαπωνικά γιεν, λίρες, δολάρια κτλ) με τα οποία μπορούν να ανταλλαγούν.

Τα ΕΤΔ είναι ένας δείκτης των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας με το ΔΝΤ και ενώ δεν αποτελούν χρήμα με την αυστηρή έννοια του όρου, μοιράζεται πολλά χαρακτηριστικά του καθώς φέρει αγοραία αξία, αποτελεί τοκοφόρο περιουσιακό στοιχείο και χρησιμοποιείται ως μέσο διευθέτησης χρέους.
 
Μέλη του ΔΝΤ συχνά χρειάζεται να αγοράσουν ΕΤΔ προκειμένου να ξεχρεώσουν Υποχρεώσεις προς το ΔΝΤ, ή μπορεί να επιθυμούν να πωλήσουν ΕΤΔ προκειμένου να προσαρμόσουν τη σύνθεση των αποθεματικών τους.

Εκτός από το ρόλο του ως συμπληρωματικό αποθεματικό στοιχείο, το ΕΤΔ χρησιμεύει ως λογιστική μονάδα του ΔΝΤ και ορισμένων άλλων διεθνών οργανισμών, ενώ συμβάλλει και στη διατήρηση της σταθερότητας και της ρευστότητας των αγορών συναλλάγματος.
 
Έκδοση ΕΔΤ

Το ΔΝΤ είναι υπεύθυνο για την κατανομή των ΕΤΔ στις χώρες-μέλη ενώ δεν μπορούν να αποκτηθούν ή να χρησιμοποιηθούν από ιδιώτες. Τα ΕΤΔ μπορούν να εκδοθούν από το ΔΝΤ μόνο όταν το 85% των μελών του συμφωνήσει, ποσοστό που δίνει στις ΗΠΑ δικαίωμα βέτο.
 
Πριν το 1981 οι χώρες-μέλη που λάμβαναν επιδοτήσεις ΕΤΔ, απαιτούνταν να κρατήσουν ένα προκαθορισμένο αριθμό ΕΤΔ, ενώ εάν ένα κράτος χρησιμοποιούσε μέρος των αποθεμάτων του, θα έπρεπε να τα αναπληρώσει το συντομότερο δυνατό. Πλέον αυτή η διάταξη έχει καταργηθεί αν και ακόμα αναμένεται από τις χώρες να διατηρούν ένα ελάχιστο απόθεμα.

Γενικά, τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα εκδίδονται βάση του μεριδίου που έχει μια χώρα στο ΔΝΤ και των εισφορών της σε αυτό. Καθώς η ποσόστωση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ΑΕΠ, οι πλούσιες χώρες κατέχουν την πλειοψηφία των ΕΤΔ.
 
Τα μέλη του ΔΝΤ μπορούν να ανταλλάξουν μεταξύ τους ΕΤΔ με συναλλαγματικά διαθέσιμα σε άλλα νομίσματα:
  • μέσω εθελοντικών ανταλλαγών
  • μετά από εισήγηση του ΔΝΤ, όπου ζητάει από κράτη-μέλη με υψηλά διαθέσιμα να αγοράσουν ΕΤΔ από μέλη που χρειάζονται συναλλαγματικά διαθέσιμα σε άλλα νομίσματα.
Ο ΟΗΕ έχει προτείνει την παροχή ΕΤΔ σε αναπτυσσόμενες χώρες, ως μια εναλλακτική -άνευ κόστους- λύση για την οικοδόμηση συναλλαγματικών αποθεμάτων.
 
Η αξία των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων

Η αξία των ΕΤΔ καθορίζεται από ένα σταθμισμένο καλάθι (currency basket) κύριων νομισμάτων που διαπραγματεύονται στα διάφορα χρηματιστήρια παγκοσμίως.

Αρχικά η συναλλαγματική ισοτιμία ήταν σταθερή στο 1 ΕΤΔ = 1 δολάριο αλλά αυτό αντικαταστάθηκε από το σταθμισμένο καλάθι νομισμάτων μετά το 1973 και την κατάρρευση του συστήματος Bretton-Woods των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η αξία του καλαθιού, δηλαδή τα νομίσματα που θα συμπεριλαμβάνεται καθώς και το βάρος αυτών, επαναξιολογείται κάθε πέντε χρόνια. Το βάρος που θα έχει ένα νόμισμα εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο χρησιμοποιείται στην παγκόσμια αγορά ως συναλλαγματικό διαθέσιμο και την αξία των εξαγωγών που πωλούνται σε αυτό το νόμισμα.

Αγορά και Πώληση ΕΤΔ

Μια χώρα χρειαζόταν παλαιότερα αποθεματικά είτε σε χρυσό, είτε σε κάποιο ισχυρό νόμισμα ώστε να μπορεί να αγοράσει εγχώριο νόμισμα στις παγκόσμιες αγορές συναλλάγματος (foreign exchange markets) για τη στήριξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας της.
 
Ωστόσο η διεθνής προσφορά των δύο βασικών συναλλαγματικών διαθεσίμων (χρυσός και δολάριο), αποδείχθηκε ανεπαρκής για την υποστήριξη της ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου. Έτσι η διεθνής κοινότητα αποφάσισε να δημιουργήσει ένα νέο διεθνές αποθεματικό στοιχείο Ενεργητικού, υπό την αιγίδα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
 
Έτσι τα ΕΔΤ δημιουργήθηκαν για να συμπληρώσουν τα υπάρχοντα επίσημα αποθεματικά των συναλλαγματικών διαθεσίμων των χωρών-μελών και να υποστηρίξουν το σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών Bretton-Woods καθώς μπορούν να ανταλλαγούν με νομίσματα.
  
Ωστόσο, μόλις λίγα χρόνια αργότερα, το σύστημα Bretton-Woods κατέρρευσε και η αξία των νομισμάτων καθορίζεται πλέον από το σύστημα ελεύθερα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών.
 
Επιπλέον, η ανάπτυξη των διεθνών αγορών κεφαλαίου (capital markets) διευκόλυνε τον δανεισμό φερέγγυων κυβερνήσεων.
Οι δύο αυτές εξελίξεις ελάττωσαν την ανάγκη των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων.
 
Επιτόκιο των ΕΤΔ

Το επιτόκιο των ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των τόκων που βαρύνει τα μέλη σε περίπτωση δανειοδότησης από το ΔΝΤ και το επιτόκιο που καταβάλλεται στα μέλη που έχουν στην κατοχή τους ΕΤΔ. Χρησιμοποιείται δηλαδή ως επιτόκιο αναφοράς.
 
Το ύψος του επιτοκίου καθορίζεται κάθε εβδομάδα και βασίζεται σε ένα σταθμισμένο μέσο όρο των επιτοκίων για βραχυπρόθεσμους χρεωστικούς τίτλους που διαπραγματεύονται στις αγορές παραγώγων.

Κάρτα Ανάληψης Μετρητών (cash card)

Κάρτα ανάληψης μετρητών είναι μια πλαστική κάρτα η οποία προμηθεύεται από τράπεζες ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς και χρησιμοποιείται στα ΑΤΜ για την ανάληψη ή κατάθεση μετρητών σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό, την πληρωμή λογαριασμών ή την διεξαγωγή άλλου είδους τραπεζικών συναλλαγών.
 
 
 
Η κάρτα φέρει το όνομα του κατόχου της και τον αριθμό λογαριασμού στο μπροστινό μέρος ενώ για την χρησιμοποίηση της απαιτείται η εισαγωγή PIN
 
Η κάρτα ανάληψης μετρητών αρχικά ήταν διαφορετικό προϊόν από την χρεωστική κάρτα (debit card) και δεν ήταν δυνατή η διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών με την πρώτη αν και πλέον τείνουν να θεωρούνται ταυτόσημες έννοιες.

Οι τράπεζες έχουν συνάψει συμφωνίες μέσω του διατραπεζικού συστήματος ΔΙΑΣ ώστε η κάρτα μιας τράπεζας να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε Αυτόματες Ταμειολογιστικές Μηχανές (ΑΤΜ) άλλης για την ανάληψη μετρητών με την επιβάρυνση συνήθως μιας μικρής προμήθειας.

Εφόσον οι cash cards δεν φέρουν υπογραφή του κατόχου τους στο πίσω μέρος τους όπως οι πιστωτικές κάρτες, αν ο κάτοχος δεν γνωρίζει ή ξεχάσει το PIN δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει, ακόμα κι αν φέρει ταυτότητα μαζί του.

Πιστωτικό Όριο (credit limit)

Πιστωτικό όριο είναι το μεγαλύτερο ποσό μέχρι το οποίο μπορεί να επεκταθούν οι συναλλαγές του κατόχου μιας πιστωτικής  κάρτας. Είναι το μέγιστο ποσό που ένα πιστωτικό ίδρυμα (συνήθως τράπεζα) μπορεί να παράσχει στον οφειλέτη της, και κάτοχο της πιστωτικής κάρτας, έτσι ώστε εκείνος να μπορεί να την χρησιμοποιεί.

      Παράδειγμα:
      Κάποιος έχει στην κατοχή του μία πιστωτική κάρτα η οποία έχει πιστωτικό όριο 1000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αγοράσει προϊόντα και υπηρεσίες, η συνολική αξία των οποίων, δεν πρέπει να υπερβαίνει αυτά τα 1000 ευρώ.

Το πιστωτικό όριο εξαρτάται από μία ποικιλία παραγόντων που κυμαίνονται από την ικανότητα ενός ατόμου να αποπληρώνει τακτικά τους τόκους που προκύπτουν και τις ταμειακές ροές του, μέχρι την ικανότητα του κατόχου-οφειλέτη να αποπληρώσει συνολικά το χρέος του (πιστοληπτική ικανότητα).

Το πιστωτικό όριο ενός κατόχου πιστωτικής κάρτας είναι δυνατό να αυξηθεί αν αποπληρώνει το χρέος πλήρως και στην ώρα του. Αν ο δανειστής κρίνει ότι η φερεγγυότητα του κατόχου είναι υψηλή, μπορεί να αυξήσει το όριο του ποσού που μπορεί να δανειστεί.

Βέβαια υπάρχει η περίπτωση το να έχει κάποιος υψηλό πιστωτικό όριο να βλάψει την πιστοληπτική του ικανότητα για το μέλλον.

Υπάρχει πιθανότητα άλλες τράπεζες  να κρίνουν ότι το υψηλό πιστωτικό όριο του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου, μπορεί να τον εκθέσει σε τόσο υψηλό χρέος, ώστε να μην μπορεί να το αποπληρώσει τελικά, οδηγώντας τον στην χρεοκοπία.

Αποτέλεσμα αυτού ενδεχομένως να είναι, οι μελλοντικοί δανειστές του να αρνηθούν να του παράσχουν καινούρια δάνεια.

Πιστωτική Κάρτα (credit card)

Πιστωτική κάρτα είναι ένα μέσο πληρωμής το οποίο παρέχει στον κάτοχο της τη δυνατότητα να δανειστεί κεφάλαια τα οποία καλείται να αποπληρώσει αργότερα με κάποιο τόκο.

Ο εκδότης της κάρτας είναι συνήθως κάποιο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και χρησιμοποιείται για βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, ενώ  δίνει την δυνατότητα στον κάτοχο να συνεχίζει να δανείζεται μέχρι ένα συγκεκριμένο πιστωτικό όριο κάθε μήνα.

Ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας πρέπει να αποπληρώσει το χρέος του στον πάροχο (πιστωτή) μέσα σε κάποιο ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο μπορεί να κυμαίνεται από 1 έως 30 μέρες. Αν δεν το αποπληρώσει, του επιβάλλονται τόκοι υπερημερίας.

Έτσι για παράδειγμα, αν ο κάτοχος έκανε μία αγορά ύψους 1.000 ευρώ και αποπλήρωσε το χρέος στην τράπεζα μέσα στο ορισμένο χρονικό διάστημα, τότε δεν θα χρεωθεί τους τόκους υπερημερίας. Αν όμως δεν το πράξει και μείνει έστω και 1 ευρώ ανεκπλήρωτο μέσα στο ορισμένο χρονικό διάστημα, τότε θα υποχρεωθεί ο πελάτης να πληρώσει τους τόκους από την μέρα που έκανε την αγορά.

Ο πελάτης μπορεί να εξοφλεί το πιστωτικό υπόλοιπο της πιστωτικής του κάρτας ολόκληρο ή σε μηνιαίες δόσεις. Όταν το εξοφλεί ολόκληρο δεν χρεώνεται τόκους. Μπορεί βέβαια να χρειάζεται να πληρώσει συνδρομή ή έξοδα ανάληψης μετρητών.

Το πιστωτικό αυτό όριο, το οποίο επηρεάζεται από την πιστοληπτική ικανότητα του πελάτη (credit score/credit rating), καθορίζει ουσιαστικά και την αγοραστική του δύναμη.

Οι παρεχόμενες από τις ελληνικές τράπεζες πιστωτικές κάρτες, είναι συνδεδεμένες με κάποιον από τους παγκόσμιους οργανισμούς πιστωτικών καρτών (American Express, Mastercard, Maestro, VISA). Αυτό κυρίως δίνει την δυνατότητα στον πελάτη και κάτοχο της τράπεζα να την χρησιμοποιεί και σε άλλες χώρες.

Οι πιστωτικές κάρτες συνήθως χρησιμοποιούνται για μικρά δάνεια και για λόγους ταχύτητας στις αγορές που πραγματοποιεί ο κάτοχος προκειμένου να μην καταβάλει ολόκληρο το ποσό του πράγματος που αγοράζει. Του δίνεται η δυνατότητα να το αποπληρώσει είτε σε μηνιαίες δόσεις είτε ολόκληρο, αργότερα, μέσα στο χρονικό όριο που του ορίζει το η σύμβαση που έχει συνάψει με τον πάροχο (τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα).

Οι πιστωτικές κάρτες έχουν υψηλότερα επιτόκια από τα περισσότερα καταναλωτικά δάνεια ή άλλου είδους πιστώσεις.

Πλέον, σχεδόν κάθε κατάστημα επιτρέπει την πληρωμή με πιστωτική κάρτα για την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών με την απλή επίδειξη βέβαια της ταυτότητας του κατόχου ή την εισαγωγή PIN για την αυθεντικοποίηση του πελάτη.

Λόγω της μεγάλης αποδοχής τους από την αγορά, οι πιστωτικές κάρτες είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς τρόπους πληρωμής σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα του κόσμου.

Μορφή πιστωτικής κάρτας

Η πιστωτική κάρτα είναι πλαστική και φέρει στην μια πλευρά με ανάγλυφο τρόπο γραμμένα τα στοιχειά του κατόχου, τον αριθμό της κάρτας, την ημερομηνία λήξης καθώς και τον πάροχο.

Από την πίσω όψη έχει μία μαγνητική ταινία , θέση για την υπογραφή του κατόχου και λογότυπο του οργανισμού που την εξέδωσε. Ακόμη συνήθως περιλαμβάνει ένα 3-ψηφιο κωδικό αριθμό ασφαλείας (CVV).

Λειτουργίες πιστωτικής κάρτας

H πιστωτική κάρτα επιτελεί τρείς οικονομικές λειτουργίες:

• Μέσο πληρωμής - Συγκεντρώνει τις έννοιες του χρήματος ως μέσο ανταλλαγής, μέτρο αξίας και φορέα αξίας. Βέβαια δεν είναι υποχρεωτικό μέσο πληρωμής, δηλαδή ο κάτοχος δεν υποχρεούται να πληρώσει με την κάρτα αν δεν θέλει. Από την άλλη όμως το κατάστημα είναι υποχρεωμένο να δεχθεί την πιστωτική κάρτα.

• Μέσο Πίστωσης / Πιστωτική λειτουργία -Η χρήση ως πιστωτικό μέσο ξεκινά από την στιγμή που γίνεται η αγορά μέσω της κάρτας μέχρι την καταβολή του ποσού (χρέους) στον εκδότη και πάροχο.

• Εγγυητική λειτουργία - Έχει να κάνει με την συμφωνία που έχει προηγηθεί ανάμεσα στον εκδότη και την συμβεβλημένη επιχείρηση. Ο εκδότης της πιστωτικής κάρτας έχει την υποχρέωση να καταβάλλει ξένο χρέος, αυτό του κατόχου της κάρτας στην επιχείρηση που έγινε η αγοραπωλησία. Ο εκδότης ευθύνεται απέναντι στην επιχείρηση ως πρώτος οφειλέτης.

Πλεονεκτήματα και Μειονεκτήματα

Γενικότερα οι πιστωτικές κάρτες έχουν πολλά πλεονεκτήματα, αν φυσικά ο κάτοχος αποπληρώνει τακτικά και στον προκαθορισμένο χρόνο το χρέος του στον εκδότη χωρίς να το χρέος του να καθίσταται έτσι ληξιπρόθεσμο.

Πλεονεκτήματα της πιστωτικής κάρτας είναι:
  • Μπορούν να χρησιμοποιηθούν παντού (ηλεκτρονικό εμπόριο, τηλέφωνο, στο εξωτερικό κλπ) ακόμα και σε περίπτωση εκτάκτων και απρόβλεπτων συνθηκών(πχ λόγοι υγείας, απόλυση κλπ)
  • Δυνατότητα πληρωμών σε δόσεις
  • Επιστροφή χρημάτων μέσω bonus πόντων επιβράβευσης.
  • Απαλλάσσει τον κάτοχο από την ανάγκη μεταφοράς μετρητών
  • Βελτίωση του credit score κατόχου (εξωτερικό)
  • Ασφάλεια σε μεγάλες συναλλαγές.
  • Ταχύτητα στις συναλλαγές.
Μειονεκτήματα πιστωτικής κάρτας:
  • Πιθανότητα απάτης μέσω της κάρτας από επιτήδειους.
  • Κίνδυνος συσσώρευσης υψηλού πιστωτικού χρέους από αλόγιστη χρήση που μπορεί να οδηγήσει σε χρεοκοπία του πελάτη.
Υπάρχουν βέβαια πολλά πλεονεκτήματα και για τον εκδότη της πιστωτικής κάρτας, που συνήθως είναι τράπεζα.